Στους πρόποδες της στιγμής…

10371981_10202726915592456_1410802614524299277_n(1)

Είπες,
«μη με κοιτάς, ντρέπομαι…»

Το χαμόγελο στα μάτια όμως,
δεν με άφηνε να σε πιστέψω…
όταν τα χέρια σήκωσες ψηλά πα στο κεφάλι,
το ελαφρύ να περάσει νυχτικό,
το γυμνό κορμί για να σκεπάσει…

Σαν κρύφτηκε η ματιά σου,
στις πτυχές του ρούχου που το κορμί κατηφορίζαν,
τα μάτια στο στήθος στάθηκαν,
που ακόμα έτρεμε,
τα χέρια θαρρείς ακολουθώντας ως ψηλά ανεβαίναν…

Μα την επόμενη στιγμή,
αφρός στης παραλίας το κύμα θαρρείς,
το ρούχο στα μάτια έσβησε την γλυκιά εικόνα…
Το δέρμα ανατρίχιασε, σαν ένιωσε το χάδι,
τα στήθια ξεσηκώθηκαν το ύφασμα να πληγώσουν,
τη ματιά που χάσανε θαρρείς και ξάφνου πεθυμήσαν…

Και το κορμί που έμεινε γυμνό,
παράπονο ξεσήκωσε στο που ‘ταν σκεπασμένο,
όταν στις ηλεκτρισμένες σου γωνιές,
το ύφασμα βιάστηκε για να σκαλώσει…

Μπροστά σε τούτο τον εμφύλιο,
ατάραχη στεκόταν η ματιά!
Ψεύτη να αποκαλεί, το στόμα που χαμογελούσε ακόμα λέγοντας,
«μα γιατί με βλέπεις έτσι; ντρέπομαι, δε στο ‘πα;»

Γυρίζεις τότε ξαφνικά, τάχα να μη σε βλέπω,
είναι τα μαύρα σου μαλλιά, την πλάτη που πλακώνουν,
να μυρμηγκιάζουν τα χέρια ως νοσταλγούν,
το άγγιγμα που θ’ ακολουθήσει…

Και εκεί στην πλάτη χαμηλά,
το ύφασμα γλιστρώντας καθώς διπλώνει,
της προσμονής στο στήθος φουντώνει στεναγμό,
το λαιμό μπουκώνει…

Στρέφεις απορημένη τάχα μια στιγμή,
πάνω από την πλάτη να κοιτάξεις,
ζητώντας να δεις τον στεναγμό…
Αν έπεσε στα κρύα τα πλακάκια απορείς,
ή αν ακόμα στα χείλη στέκει κρεμασμένος,
παιδί σαν είναι της λαχτάρας σου,
ποθητή να νιώσεις…

Είναι η ματιά που σφραγίζει τα μάτια μου,
η ανάσα που την ανάσα στ’ άλλα κόβει χείλη,
τα ξένα βήματα είναι που θυμάσαι να σέρνουν το κορμί,
στον χρόνο που νιώθεις να παγώνει,
καθώς όλα σου μέσα ξέρουν,
πως έφτασε η στιγμή…

[Ποιητικά #214]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.